Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cross-border
01
διασυνοριακός, διασυνοριακός
happening between two countries, involving movement, trade, or activity across national borders
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pandemic affected cross-border travel and commerce.
Η πανδημία επηρέασε τα διεθνή ταξίδια και το εμπόριο.



























