cross-border
cross
krɑ:s
kraas
bor
bɔr
bawr
der
dər
dēr
/kɹˈɒsbˈɔːdə/

Ορισμός και σημασία του "cross-border"στα αγγλικά

cross-border
01

διασυνοριακός, διασυνοριακός

happening between two countries, involving movement, trade, or activity across national borders
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pandemic affected cross-border travel and commerce.
Η πανδημία επηρέασε τα διεθνή ταξίδια και το εμπόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store