parliamentary privilege
par
ˌpɑ:
paa
lia
lə
lē
men
ˈmɛn
men
ta
tə
tē
ry
ri
ri
pri
prɪ
pri
vi
vɪ
vi
lege
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "parliamentary privilege"στα αγγλικά

Parliamentary privilege
01

κοινοβουλευτική ασυλία, κοινοβουλευτικό προνόμιο

the right of lawmakers to speak or act in parliament without being sued or prosecuted for what they say 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The senator used parliamentary privilege to raise a sensitive issue. 

Ο γερουσιαστής χρησιμοποίησε το κοινοβουλευτικό προνόμιο για να θέσει ένα ευαίσθητο ζήτημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store