Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collider
01
συγκρουστής, επιταχυντής σωματιδίων με μετωπική σύγκρουση
a type of particle accelerator where two opposing beams of particles are directed to collide with each other at high speeds, allowing scientists to study fundamental particles and forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colliders
Παραδείγματα
The Large Hadron Collider (LHC) is the world's largest and most powerful collider, used to explore particle physics.
Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) είναι ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος επιταχυντής στον κόσμο, που χρησιμοποιείται για την εξερεύνηση της σωματιδιακής φυσικής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
collider
collide



























