collegian
co
κα
lle
ˈli:
λι
gian
ʤiən
τζιαν
legion

Ορισμός και σημασία του "collegian"στα αγγλικά

01

φοιτητής, πτυχιούχος

an individual attending or having attended a college or university 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
collegians
Παραδείγματα
He fondly remembered his days as a collegian when life was full of aspirations and challenges. 

Θυμήθηκε με αγάπη τις μέρες του ως φοιτητής όταν η ζωή ήταν γεμάτη απόφιλοδοξίες και προκλήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store