collector
co
κα
llec
ˈlɛk
λεκ
tor
tɜr
τερρ
/kəlˈɛktɐ/

Ορισμός και σημασία του "collector"στα αγγλικά

01

συλλέκτης, συγκεντρωτής

someone who gathers things, as a job or hobby
collector definition and meaning
Παραδείγματα
The antique collector spent years scouring flea markets and estate sales to find rare and valuable artifacts for their collection.
Ο συλλέκτης αρχαιοτήτων πέρασε χρόνια ψάχνοντας σε παζάρια και πωλήσεις ακινήτων για να βρει σπάνια και πολύτιμα αντικείμενα για τη συλλογή του.
02

συλλέκτης, συλλεκτικός κρατήρας

a crater or depression that has accumulated cosmic material hitting the earth
Παραδείγματα
The crater acted as a natural collector of space debris.
Ο κρατήρας λειτούργησε ως φυσικός συλλέκτης διαστημικών συντριμμιών.
03

εισπράκτορας, εξωτερικός συνεργάτης εισπράξεων

a person employed to collect payments, such as rent, taxes, or debts
Παραδείγματα
A debt collector called to request immediate payment.
Ένας εισπράκτορας τηλεφώνησε για να ζητήσει άμεση πληρωμή.
04

συλλέκτης, ηλεκτρόδιο συλλέκτη

the electrode in a transistor through which the main flow of carriers exits the active region
Παραδείγματα
Transistor performance depends on voltage applied to the collector.
Η απόδοση του τρανζίστορ εξαρτάται από την τάση που εφαρμόζεται στον συλλέκτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store