Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collector
01
συλλέκτης, συγκεντρωτής
someone who gathers things, as a job or hobby
Παραδείγματα
The antique collector spent years scouring flea markets and estate sales to find rare and valuable artifacts for their collection.
Ο συλλέκτης αρχαιοτήτων πέρασε χρόνια ψάχνοντας σε παζάρια και πωλήσεις ακινήτων για να βρει σπάνια και πολύτιμα αντικείμενα για τη συλλογή του.
02
συλλέκτης, συλλεκτικός κρατήρας
a crater or depression that has accumulated cosmic material hitting the earth
Παραδείγματα
The crater acted as a natural collector of space debris.
Ο κρατήρας λειτούργησε ως φυσικός συλλέκτης διαστημικών συντριμμιών.
03
εισπράκτορας, εξωτερικός συνεργάτης εισπράξεων
a person employed to collect payments, such as rent, taxes, or debts
Παραδείγματα
A debt collector called to request immediate payment.
Ένας εισπράκτορας τηλεφώνησε για να ζητήσει άμεση πληρωμή.
04
συλλέκτης, ηλεκτρόδιο συλλέκτη
the electrode in a transistor through which the main flow of carriers exits the active region
Παραδείγματα
Transistor performance depends on voltage applied to the collector.
Η απόδοση του τρανζίστορ εξαρτάται από την τάση που εφαρμόζεται στον συλλέκτη.
Λεξικό Δέντρο
collector
collect



























