Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Co-signatory
01
συνομολογητής, συνομολογητής
a person who signs a document together with another, taking responsibility or agreeing to its terms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
co-signatories
Παραδείγματα
He was a co-signatory on the contract.
Ήταν συνομογράφος της σύμβασης.



























