stake-out
stake
steɪk
στεικ
out
aʊt
αουτ
stakeout

Ορισμός και σημασία του "stake-out"στα αγγλικά

01

παρακολούθηση, παρατήρηση

a situation in which police secretly watch a place to observe someone or find evidence of a crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stake-outs
Παραδείγματα
The police waited outside during the stake-out. 

Η αστυνομία περίμενε έξω κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store