Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prisoner of conscience
01
φυλακισμένος της συνείδησης, κρατούμενος των πεποιθήσεων
a person imprisoned for their beliefs, opinions, or identity, without using violence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prisoners of conscience
Παραδείγματα
He became a prisoner of conscience.
Έγινε φυλακισμένος της συνείδησης.



























