fixed penalty
fixed
ˈfɪkst
fikst
pe
pɛ
pe
nal
nəl
nēl
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "fixed penalty"στα αγγλικά

01

σταθερό πρόστιμο, καθορισμένη ποινή

a set amount of money someone must pay as punishment for a minor offense, usually a traffic violation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fixed penalties
Παραδείγματα
He paid a fixed penalty for speeding. 

Πλήρωσε μια σταθερή ποινή για υπέρβαση ταχύτητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store