Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gunwoman
01
ένοπλη γυναίκα, σκοπεύτρια
a woman who carries or uses a gun, often in committing a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
gunwomen
αρσενικό ενικό
gunman
θηλυκό ενικό
gunwoman
neutral form
shooter
Παραδείγματα
The gunwoman was arrested.
Η ένοπλη γυναίκα συνελήφθη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gunwoman
gun
woman



























