gunwoman
gun
ˈgʌn
gan
wo
voo
man
mən
mēn
/ɡˈʌnwʊmən/

Ορισμός και σημασία του "gunwoman"στα αγγλικά

01

ένοπλη γυναίκα, σκοπεύτρια

a woman who carries or uses a gun, often in committing a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gunwomen
Παραδείγματα
The court examined the gunwoman's involvement in organized criminal activities.
Το δικαστήριο εξέτασε τη συμμετοχή της ένοπλης γυναίκας σε οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες.

Λεξικό Δέντρο

gunwoman

gun

+

woman

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store