collectivism
co
κα
llec
ˈlɛk
λεκ
ti
τι
vi
βι
sm
zəm
ζαμ
connectivism

Ορισμός και σημασία του "collectivism"στα αγγλικά

01

συλλογισμός, συλλογισμός

the belief that resources and production should be owned and managed by the community 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Collectivism influenced many socialist policies. 

Ο συλλογισμός επηρέασε πολλές σοσιαλιστικές πολιτικές.

02

συλλογισμός, σοβιετικός κομμουνισμός

Soviet communism 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

collectivism
collective
collect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store