coercive control
Pronunciation
/kˌoʊˈɜːsɪv kəntɹˈoʊl/

Ορισμός και σημασία του "coercive control"στα αγγλικά

Coercive control
01

εξαναγκαστικός έλεγχος, εξαναγκαστική κυριαρχία

a form of abuse where someone controls another person through threats, pressure, or fear
specialized
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court acknowledged coercive control as a serious pattern of psychological abuse intended to limit the victim's independence.
Το δικαστήριο αναγνώρισε τον αναγκαστικό έλεγχο ως ένα σοβαρό πρότυπο ψυχολογικής κακοποίησης που αποσκοπεί στον περιορισμό της ανεξαρτησίας του θύματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store