Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gangbang
01
ομαδικό σεξ, γκάνγκμπανγκ
a sexual situation in which one person has sex with multiple partners at the same time
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gangbangs
Παραδείγματα
She agreed to the gangbang but set clear boundaries.
Συμφώνησε στο gangbang αλλά έθεσε σαφή όρια.
to gangbang
01
συμμετέχω σε οργία, κάνω οργία
to have sex with someone as part of a group
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gangbang
γ΄ ενικό πρόσωπο
gangbangs
ενεστώτα μετοχή
gangbanging
απλός αόριστος
gangbanged
παθητική μετοχή
gangbanged
Παραδείγματα
They planned to gangbang him at the party.
Σχεδίαζαν να τον γκάνγκμπανγκ στο πάρτι.



























