Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gaywad
01
πουστης, αδελφή
a gay man, used mockingly to belittle his sexuality
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
gaywads
αρσενικό ενικό
gaywad
neutral form
gay person
Παραδείγματα
The gaywad laughed while describing his latest online dating disaster.
Ο πουστης γέλασε ενώ περιέγραφε την τελευταία του καταστροφή διαδικτυακών ραντεβού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gaywad
gay
wad



























