gaywad
gay
ˈgeɪ
gei
wad
wɒd
vod

Ορισμός και σημασία του "gaywad"στα αγγλικά

01

πουστης, αδελφή

a gay man, used mockingly to belittle his sexuality 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
gaywads
αρσενικό ενικό
gaywad
neutral form
gay person
Παραδείγματα
The gaywad laughed while describing his latest online dating disaster. 

Ο πουστης γέλασε ενώ περιέγραφε την τελευταία του καταστροφή διαδικτυακών ραντεβού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gaywad

gay

+

wad

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store