gaytard
gay
ˈgeɪ
gei
tard
tɑ:d
taad

Ορισμός και σημασία του "gaytard"στα αγγλικά

01

ομοφυλόφιλο άτομο, γκέι άτομο

a gay person 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gaytards
Παραδείγματα
That remark calling him a gaytard caused immediate tension in the room. 

Αυτή η παρατήρηση που τον αποκάλεσε γκέιταρντ προκάλεσε άμεση ένταση στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store