troonism
troo
ˈtru:
τρου
ni
νι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "troonism"στα αγγλικά

01

τροονισμός, διαταυτότηταρισμός

the belief in, practice of, or advocacy for transgender identity or transition 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
That panel discussed troonism in the workplace. 

Αυτό το πάνελ συζήτησε τον τρονισμό στον χώρο εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

troonism
troon
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store