limp-wristed
limp
lɪmprɪstɪd
limpristid
wristed

Ορισμός και σημασία του "limp-wristed"στα αγγλικά

01

ένας γυναικείος άνδρας, ένα πούστη

an effeminate man 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
limp-wristeds
αρσενικό ενικό
limp-wristed
neutral form
effeminate person
Παραδείγματα
Everyone teased the limp-wristed about his gestures. 

Όλοι πείραξαν τον θηλυπρεπή άνδρα για τις χειρονομίες του.

02

πουστής, αδελφή

a gay man 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
Don't assume the limp-wristed knows nothing; he's sharp. 

Μην υποθέτετε ότι ο θηλυπρεπής δεν ξέρει τίποτα· είναι οξύς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store