girlyboy
gir
ˈgɜ:
ly
li
li
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "girlyboy"στα αγγλικά

01

θηλυπρεπής άνδρας, θηλυπρεπής αγόρι

an effeminate man 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
girlyboys
αρσενικό ενικό
girlyboy
neutral form
effeminate person
Παραδείγματα
The girlyboy knows his style. 

Ο girlyboy γνωρίζει το στυλ του.

02

τρανσέξουαλ άτομο, τρανσέξουαλ

a transgender person 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That girlyboy walked confidently into the room. 

Αυτό το girlyboy μπήκε με αυτοπεποίθηση στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store