queeny
quee
ˈkwi:
kvi
ny
ni
ni
queenly

Ορισμός και σημασία του "queeny"στα αγγλικά

01

θηλυπρεπής, επιτηδευμένος

displaying effeminate behavior or traits 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
queeniest
συγκριτικός βαθμός
queenier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, gender, personality
Παραδείγματα
That guy was being queeny, flouncing across the room. 

Αυτός ο τύπος συμπεριφερόταν queeny, περπατώντας με αφέλεια στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

queeny
queen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store