gaylord
gay
ˈgeɪ
gei
lord
ˌlɔrd
lawrd
/ɡˈeɪlɔːd/
gay lord

Ορισμός και σημασία του "gaylord"στα αγγλικά

01

γκέι, πουστης

a gay man
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaylords
Παραδείγματα
The gaylord twirled while telling a funny story.
Ο γκέιλορντ γύριζε ενώ έλεγε μια αστεία ιστορία.

Λεξικό Δέντρο

gaylord

gay

+

lord

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store