Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fag hag
01
η ετεροφυλόφιλη φίλη των γκέι, φαγκ χάγκ
a woman, usually heterosexual, who enjoys or seeks out the company of gay men
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fag hags
Παραδείγματα
That fag hag danced with the group all night.
Αυτή η fag hag χόρεψε με την ομάδα όλη τη νύχτα.



























