fag hag
Pronunciation
/fˈæɡ hˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "fag hag"στα αγγλικά

01

η ετεροφυλόφιλη φίλη των γκέι, φαγκ χάγκ

a woman, usually heterosexual, who enjoys or seeks out the company of gay men
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fag hags
Παραδείγματα
That fag hag danced with the group all night.
Αυτή η fag hag χόρεψε με την ομάδα όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store