dyke
dyke
da‌ɪk
daik
dikekikeliketyke

Ορισμός και σημασία του "dyke"στα αγγλικά

01

λεσβία, αρρενωπή λεσβία

a lesbian, often emphasizing masculine traits, behavior, or appearance 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dykes
Παραδείγματα
The bullies called her a dyke for wearing a suit and short hair. 

Οι νταήδες την αποκάλεσαν λεσβία επειδή φορούσε κοστούμι και είχε κοντά μαλλιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store