Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cornholer
01
πουστης, αδελφός
a gay man
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornholers
Παραδείγματα
She waved at the cornholer across the room.
Χαιρέτησε με το χέρι τον πουστή απέναντι στο δωμάτιο.



























