Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miss Beard
01
Ψεύτικη φίλη, Γυναικεία κάλυψη
a woman pretending to be romantically involved with a gay man, often to cover social or personal motives
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
Miss Beards
θηλυκό ενικό
Miss Beard
neutral form
beard
Παραδείγματα
Everyone laughed when the Miss Beard showed up at the party with him.
Όλοι γέλασαν όταν η Miss Beard εμφανίστηκε στο πάρτυ μαζί του.
LanGeek



























