pisslamic
piss
pɪs
pis
la
ˈlæ
mic
mɪk
mik
panoramicendogamicundynamicadynamic

Ορισμός και σημασία του "pisslamic"στα αγγλικά

01

ισλαμικός (υποτιμητικά), μουσουλμανικός (προσβλητικά)

Islamic, used insultingly 
πολιτισμικά ευαίσθητο
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pisslamic
συγκριτικός βαθμός
more pisslamic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, insult, society
Παραδείγματα
That pisslamic preacher lectured in the street. 

Αυτός ο πισλαμικός ιεροκήρυκας έδωσε διάλεξη στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pisslamic
pisslam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store