koranimal
ko
κο
ra
ρα
ni
νι
mal
məl
μαλ

Ορισμός και σημασία του "koranimal"στα αγγλικά

01

κορανιμάλ, κορανιμάλ

a Muslim, used insultingly or mockingly 
πολιτισμικά ευαίσθητο
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
koranimals
Παραδείγματα
That koranimal shouted prayers in the street. 

Αυτός ο κορανιμάλ φώναζε προσευχές στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store