fuckload
fuck
ˈfʌk
fak
load
ləʊd
lewd
fuckhead

Ορισμός και σημασία του "fuckload"στα αγγλικά

01

τεράστια ποσότητα, σωρός

an extremely large amount or number of something 
fuckload definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fuckloads
Παραδείγματα
He spent a fuckload of money on shoes. 

Ξόδεψε ένα σωρό χρήματα σε παπούτσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store