pussy-whipped
pussy
pʊsiwɪpt
poosivipt
whipped

Ορισμός και σημασία του "pussy-whipped"στα αγγλικά

pussy-whipped
01

υπό τον έλεγχο της συντρόφου, υποταγμένος στη σύζυγο

(of a man) excessively obedient or submissive to his female partner 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pussy-whipped
συγκριτικός βαθμός
more pussy-whipped
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relationships, behavior, society
Παραδείγματα
Everyone joked he was pussy-whipped after she told him what to do. 

Όλοι αστειεύτηκαν ότι ήταν υπό τον παπούτσι αφού του είπε τι να κάνει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store