hoochie
hoo
ˈhʊ
χου
chie
ʧi
τσι
baluchicarduccibertolucci

Ορισμός και σημασία του "hoochie"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman perceived as sexually promiscuous or attention-seeking 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
hoochies
θηλυκό ενικό
hoochie
Παραδείγματα
He called her a hoochie after seeing her dance with someone else. 

Την αποκάλεσε πουτάνα αφού την είδε να χορεύει με κάποιον άλλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store