hoochie
hoo
ˈhu
hoo
chie
ʧi
chi
/hˈuːtʃi/

Ορισμός και σημασία του "hoochie"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman perceived as sexually promiscuous or attention-seeking
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoochies
Παραδείγματα
That hoochie did n't care about what others said.
Αυτή η πουτάνα δεν ενδιαφερόταν για το τι έλεγαν οι άλλοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store