headcase
head
hɛd
hed
case
keɪs
keis

Ορισμός και σημασία του "headcase"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

a person considered mentally unstable, irrational, or eccentrically difficult 
headcase definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
headcases
Παραδείγματα
That guy's a headcase who changes plans every five minutes. 

Αυτός ο τύπος είναι ένας τρελός που αλλάζει σχέδια κάθε πέντε λεπτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

headcase

head

+

case

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store