to felch
felch
fɛlʧ
felch
filchfetch

Ορισμός και σημασία του "felch"στα αγγλικά

to felch
01

φέλτς, στοματική διέγερση του πρωκτού για κατάποση σπέρματος

to perform oral sex on a partner's anus to ingest semen 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
felch
γ΄ ενικό πρόσωπο
felches
ενεστώτα μετοχή
felching
απλός αόριστος
felched
παθητική μετοχή
felched
Παραδείγματα
He boasted that he'd felched every partner. 

Κόμπιασε ότι φέλτσαρε κάθε σύντροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

felcher
felch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store