Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to faglame
01
προσβάλλω λέγοντας ότι είναι gay, επιτίθεμαι λέγοντας ότι είναι ομοφυλόφιλος
to insult or attack someone on a message board or online forum, usually by calling them gay
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
faglame
γ΄ ενικό πρόσωπο
faglames
ενεστώτα μετοχή
faglaming
απλός αόριστος
faglamed
παθητική μετοχή
faglamed
Παραδείγματα
Don't faglame him just because he disagreed with your opinion.
Μην τον faglame μόνο επειδή διαφωνεί με τη γνώμη σου.
Λεξικό Δέντρο
faglame
fag
lame



























