Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to faglame
01
προσβάλλω λέγοντας ότι είναι gay, επιτίθεμαι λέγοντας ότι είναι ομοφυλόφιλος
to insult or attack someone on a message board or online forum, usually by calling them gay
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
faglame
γ΄ ενικό πρόσωπο
faglames
ενεστώτα μετοχή
faglaming
απλός αόριστος
faglamed
παθητική μετοχή
faglamed
Παραδείγματα
That guy faglamed the entire chat last night.
Αυτός ο τύπος faglame ολόκληρη τη συνομιλία χθες το βράδυ.
Λεξικό Δέντρο
faglame
fag
lame



























