ellen
e
ˈɛ
e
llen
lən
lēn
melonfelonhelen

Ορισμός και σημασία του "ellen"στα αγγλικά

01

μία λεσβία, μία ομοφυλόφιλη γυναίκα

a lesbian 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ellens
Παραδείγματα
He called her an ellen. 

Την αποκάλεσε λεσβία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store