durge
durge
dɜ:ʤ
dēj
dirge

Ορισμός και σημασία του "durge"στα αγγλικά

01

ανυπόφορο άτομο, ενοχλητικός

an obnoxious, annoying, or irritating person 
durge definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
durges
Παραδείγματα
That durge won't stop talking during the movie. 

Αυτός ο durge δεν θα σταματήσει να μιλάει κατά τη διάρκεια της ταινίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store