Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dumbshit
01
ηλίθιος, βλάκας
a person who says or does stupid, mean, or thoughtless things
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dumbshits
Παραδείγματα
That dumbshit insulted everyone at the party.
Αυτός ο ηλίθιος προσέβαλε όλους στο πάρτι.
02
ανοησίες, βλακείες
stupid, false, or worthless ideas, statements, or claims
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Stop spouting dumbshit and focus on the facts.
Σταμάτα να λες βλακείες και επικεντρώσου στα γεγονότα.
Λεξικό Δέντρο
dumbshit
dumb
shit



























