bum boy
bum
bʌm
bam
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "bum boy"στα αγγλικά

01

πουστης, αδελφή

a gay man, implying sexual submissiveness 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bum boys
αρσενικό ενικό
bum boy
neutral form
gay person
Παραδείγματα
He yelled bum boy to start a fight. 

Φώναξε πουστράκι για να ξεκινήσει έναν καβγά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store