asshat
ass
ɑ:s
aas
hat
hæt
hāt
ass-hat

Ορισμός και σημασία του "asshat"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

an idiot or extremely foolish person 
Dialectamerican flagAmerican
asshat definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asshats
Παραδείγματα
That asshat walked straight into traffic. 

Αυτός ο ηλίθιος περπάτησε κατευθείαν στην κυκλοφορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

asshat

ass

+

hat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store