Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hatchet wound
01
πληγή από τσεκούρι, τομή μικρού τσεκουριού
the vagina
Dialect
American
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hatchet wounds
Παραδείγματα
He explored her hatchet wound with his fingers.
Εξερεύνησε το τραύμα του τσεκουριού της με τα δάχτυλά του.



























