woo woo
woo
wu:
voo
woo
wu:
voo

Ορισμός και σημασία του "woo woo"στα αγγλικά

01

εύπιστος, μυστικιστής

a person regarded as irrational, gullible, or believing in pseudoscience 
woo woo definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
reduplicative compound
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
woo woos
Παραδείγματα
That woo woo spent hours arguing with crystals and essential oils. 

Αυτός ο woo woo πέρασε ώρες διαφωνώντας με κρυστάλλους και αιθέρια έλαια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store