woketard
woke
ˈwəʊk
ουεουκ
tard
ˌtɑ:d
ταντ

Ορισμός και σημασία του "woketard"στα αγγλικά

01

γουόκεταρντ, γουόκεταρντ

a person criticized for being excessively or foolishly socially progressive 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
woketards
Παραδείγματα
He called her a woketard for daring to correct the joke. 

Την αποκάλεσε woketard επειδή τόλμησε να διορθώσει το αστείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store