Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whorefucker
01
πουτανάς, πορνοκατάκτης
a person depicted as sexually perverse, especially one engaging with sex workers
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whorefuckers
Παραδείγματα
He bragged about his escapades like a total whorefucker.
Κόμπιαζε για τις περιπέτειές του σαν ένας ολοκληρωτικός πουτανάς.



























