titbag
tit
ˈtɪt
tit
bag
bæg
bāg
/tˈɪtbaɡ/

Ορισμός και σημασία του "titbag"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person regarded as contemptible or irritating
titbag definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
titbags
Παραδείγματα
Stop being a titbag and pay attention.
Σταμάτα να είσαι καριόλης και πρόσεχε.

Λεξικό Δέντρο

titbag

tit

+

bag

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store