Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thot
01
πόρνη, τσούλα
a woman labeled as sexually promiscuous or attention-seeking
Dialect
American
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thots
Παραδείγματα
He thought calling her a thot made him clever.
Νόμιζε ότι το να την αποκαλεί πουτάνα τον έκανε έξυπνο.



























