thot
thot
θɑ:t
thaat
/θˈɒt/

Ορισμός και σημασία του "thot"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman labeled as sexually promiscuous or attention-seeking
Dialectamerican flagAmerican
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thots
Παραδείγματα
He thought calling her a thot made him clever.
Νόμιζε ότι το να την αποκαλεί πουτάνα τον έκανε έξυπνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store