stupidhead
stu
ˈstu:
stoo
pid
pɪd
pid
head
ˌhɛd
hed
/stjˈuːpɪdhˌɛd/

Ορισμός και σημασία του "stupidhead"στα αγγλικά

01

χαζός, βλάκας

a person regarded as foolish or annoying, often said impulsively
stupidhead definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stupidheads
Παραδείγματα
I felt like a stupidhead after that mistake.
Ένιωσα σαν ηλίθιος μετά από αυτό το λάθος.

Λεξικό Δέντρο

stupidhead

stupid

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store