Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stink cunt
01
βρωμερή πουτάνα, αηδιαστική τσούλα
a woman regarded as filthy, disgusting, or contemptible
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stink cunts
Παραδείγματα
That stink cunt left her trash everywhere.
Αυτή η βρωμιάρα σκύλα άφησε τα σκουπίδια της παντού.



























