Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stink cunt
01
βρωμερή πουτάνα, αηδιαστική τσούλα
a woman regarded as filthy, disgusting, or contemptible
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stink cunts
Παραδείγματα
The stink cunt laughed while insulting everyone.
Η βρωμερή πουτάνα γέλασε ενώ προσέβαλε όλους.



























