softhead
Pronunciation
/sˈɔfthɛd/

Ορισμός και σημασία του "softhead"στα αγγλικά

01

μαλακό κεφάλι, ανόητος

a person weak-minded, foolish, or easily confused
softhead definition and meaning
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
softheads
Παραδείγματα
The softhead struggled with the simple task.
Ο ηλίθιος αγωνίστηκε με την απλή εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store