slimeface
slime
ˈslaɪm
slaim
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "slimeface"στα αγγλικά

01

βλεννώδες πρόσωπο, αηδιαστικό πρόσωπο

a person regarded as disgusting, ugly, or repulsive 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slimefaces
Παραδείγματα
That slimeface walked into the room and everyone turned away. 

Αυτό το γλοιώδες πρόσωπο μπήκε στο δωμάτιο και όλοι γύρισαν την πλάτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slimeface

slime

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store