Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slaphead
01
φαλακρός, κουρελής
a bald person
Dialect
British
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slapheads
Παραδείγματα
That slaphead glared at the barber.
Αυτός ο φαλακρός κοίταξε επίμονα τον κουρέα.



























